Σε μια βουνοκορφή, στα 1.000 μέτρα, στα σύνορα Μεσσηνίας και Λακωνίας, με πρόσβαση κι από τις δυο μεριές, συγκεντρώνει στη χάρη της στις 8 του Σεπτεμβρίου χιλιάδες προσκυνητές από όλη τη Μάνη μα κι από όλο τον κόσμο.

Κάποτε δυο μονοπάτια οδηγούσαν στο μοναστήρι. Ένα από τη Φινάσια στο Καρυοβούνι κι ένα από τη Μηλιά. Της Μηλιάς συνήθως ήταν πιο καθαρό και πιο σύντομο γι αυτό πήγαιναν από ’κει οι περισσότεροι προσκυνητές.

Σήμερα μπορεί κάποιος να πάει μέσω Αιγών Γυθείου με άσφαλτο, μέσω Δάσους Βασιλικής, 30 χμ σε χωματόδρομο, διαδρομή άπειρης ομορφιάς μέσα στα έλατα από 800 ως 1600 μέτρα υψόμετρο.

Η θέα στο Μεσσηνιακό κόλπο στην αρχή, στο Λακωνικό μετά, με τα Κύθηρα , κόβει την ανάσα.

Και σήμερα που μοιάζει με κάστρο και τότε που σιγά σιγά κτιζόταν, το μοναστήρι αποζημίωνε τον κόπο των προσκυνητών. Η τοποθεσία, η θέα στο Λακωνικό και τα νωχελικά Κύθηρα, ο μοναστηριακός αέρας, η αισθητική του ναού που θυμίζει καράβι, ή μάλλον κιβωτό, κιβωτό σωτηρίας, οι προσκυνητές με τα σύνεργα της πίστης, λαμπάδες, λιβάνι, τάματα, άρτους, προσφορές και πάνω απ όλα η θαυματουργή παλαιά εικόνα με τη γέννηση της Θεοτόκου, όλα αυτά έδιναν άπειρη χαρά στον προσκυνητή, ξεκούραζαν τα πόδια κι ανάπαυαν τη ψυχή.

Ήταν, είναι και θα είναι ένα σπουδαίο προσκύνημα όπου πάντα θα συρρέουν πλήθη προσκυνητών μη φοβούμενων την κακουχία και τον κόπο για να συναντήσουν την Παναγία . Στο μοναστήρι της Γιάτρισσας όπως και σε όλα τα extreme μοναστήρια, η ψυχή θέλει να βγάλει φτερά να πετάξει, να αποτινάξει κάθε βάρος αμαρτίας να γιατρευτεί ο άνθρωπος σε όλη την ψυχοσωματική του ενότητα.

Η ικεσία σμίγει με την ευχαριστία, η πίστη με την περιέργεια, η αγάπη με τη συνήθεια, το θαύμα με την αμφισβήτηση, το κεράκι με τα βιολιά, η προσευχή με την αργολογία.

Ο εκάστοτε μητροπολίτης Μάνης κληρονομεί από τον προκάτοχό του, την αγάπη για το μοναστήρι. Κι ο νυν μητροπολίτης Χρυσόστομος έχει κάνει πάρα πολλά έργα στη μονή κι ο προκάτοχός του Σωτήριος επίσης. Κάποια στιγμή ο Σωτήριος αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ναό για τη μονή. Είχε τα χρήματα από δωρεές κι άρχισε να ρίχνει τα μπετά σε μικρή απόσταση από τον παλιό ναό. Όμως ήταν σαθρό το έδαφος κι ο ναός έμεινε στα θεμέλια. «Είδατε», έλεγε, ο μακαριστός μητροπολίτης, «δεν ήθελε η Παναγία τη ματαιοδοξία μας.» Ο Σωτήριος χώριζε την ακολουθία σε τρία «ημίχρονα» 1ο ημίχρονο ο εσπερινός, 2ο ημίχρονο η αγρυπνία κατά τη μοναστική τάξη 3ο ημίχρονο η πρωινή θεία λειτουργία.Μ

Comments are closed, but trackbacks and pingbacks are open.